φαλτσέτα

φαλτσέτα
η
(λ. ιταλ.)
1. μαχαίρι (εργαλείο) παπουτσή για το κόψιμο δερμάτων, χαρτονιών κτλ.
2. μικρό κοφτερό γεωργικό εργαλείο από κυρτό χαλύβδινο έλασμα με μικρό ξύλινο στειλιάρι, μικρό γεωργικό δρέπανο.

Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Look at other dictionaries:

  • φαλτσέτα — η, Ν 1. κοπίδι υποδηματοποιού 2. μικρό δρεπάνι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. falcetto] …   Dictionary of Greek

  • αρβήλι — το κ. ἀρβελος, ο (Α ἄρβηλος, ο) μικρό μαχαίρι για την κοπή των σταφυλιών από το κλήμα ή για την κοπή δερμάτων από τον τσαγκάρη, φαλτσέτα. [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται για τεχνικό όρο άγνωστης προέλευσης] …   Dictionary of Greek

  • περιτομεύς — ὁ, ΜΑ το ειδικό μαχαίρι τού σκυτοτόμου, τού τσαγκάρη, η φαλτσέτα. [ΕΤΥΜΟΛ. < περιτομή + κατάλ. εύς (πρβλ. τριβ εύς)] …   Dictionary of Greek

  • σμιλίον — και σμηλίον, τὸ, Α [σμίλη] (υποκορ. τού σμίλη) 1. είδος κολλυρίου 2. κοπίδι υποδηματοποιοῡ, φαλτσέτα 3. κοντυλομάχαιρο 4. φρ. «ἰατρικὸν σμιλίον» α) χειρουργική γλυφίδα β) είδος δραστικοῡ φαρμάκου …   Dictionary of Greek

  • τομέας — Στη γεωμετρία και, κατ’ επέκταση, σε άλλες επιστήμες ένα μέρος μιας επιφάνειας ή συγκεκριμένου χώρου, το οποίο συνδέεται με το κέντρο και αποκτά κάποια αυτοτέλεια. Κυκλικός τ. είναι το μέρος του κύκλου που περιλαμβάνεται μεταξύ δύο ακτίνων και… …   Dictionary of Greek

  • χάρβαλο — το, Ν 1. ρημάδι, σαράβαλο, χάλασμα 2. μτφ. (για πρόσ.) άτομο καταβεβλημένο από τα γηρατειά ή από νόσο, ερείπιο. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ., κατά μία άποψη, έχει προέλθει από το επίθ. χαλαρός, μέσω ενός αμάρτυρου παρλλ. τ. *χαλαβρός (> χάλαβρο), με μετάθεση …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”